Διάγνωση και Θεραπεία της καρωτιδικής στένωσης

Στένωση Καρωτίδας

Η απλούστερη μέθοδος διάγνωσης και παρακολούθησης της καρωτιδικής στένωσης ή στένωση καρωτίδας,  είναι το υπερηχογράφημα (Triplex καρωτίδας). Σε ειδικές περιπτώσεις απαιτείται απεικόνηση της βλάβης με πιο λεπτομερή απεικονιστική μέθοδο (ψηφιακή αγγειογραφία ή αξονική αγγειογραφία).

Η συντηρητική αντιμετώπιση περιλαμβάνει τη φαρμακευτική αγωγή και την τροποποίηση ορισμένων συνηθειών ζωής όπως το κάπνισμα και τη δίαιτα.

Η θεραπεία της στένωσης της έσω καρωτίδας περιλαμβάνει τη συντηρητική και τη χειρουργική αντιμετώπιση.

Η φαρμακευτική αγωγή έχει ως στόχο τη μείωση των επιπέδων των λιπιδίων του αίματος (χοληστερίνη, τριγλυκερίδια) με χορήγηση υπολιπιδαιμικής αγωγής (π.χ στατίνες). Απαραίτητη επίσης, είναι η καλή ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης με στόχο τη διατήρησή της σε χαμηλά επίπεδα. Ανάλογα με το βαθμό της καρωτιδικής στένωσης συνήθως απαιτείται και αντιαιμοπεταλιακή αγωγή. Επιβάλλεται η άμεση διακοπή του καπνίσματος και η τακτική παρακολούθηση του βαθμού στένωσης των καρωτίδων με υπέρηχο (Triplex).

Η χειρουργική αντιμετώπιση περιλαμβάνει την ενδαρτηρεκτομή καρωτίδας και την ενδαγγειακή αποκατάσταση. Η απόφαση για τη χειρουργική αντιμετώπιση και το είδος της αντιμετώπισης εξαρτάται από το βαθμό στένωσης και τη συμπτωματολογία. Η ενδαρτηρεκτομή της έσω καρωτίδας αποτελεί την πιο αξιόπιστη και αποτελεσματική χειρουργική θεραπεία της καρωτιδικής στένωσης. Περιλαμβάνει την ριζική αφαίρεση της αθηρωματικής πλάκας η οποία είναι υπεύθυνη για τη στένωση του αγγείου. Η ενδαγγειακή αποκατάσταση της καρωτιδικής στένωσης πραγματοποιείται υπό τοπική αναισθησία και περιλαμβάνει την αγγειοπλαστική με μπαλόνι και την τοποθέτηση μεταλλικού ενδονάρθηκα (stent) στην περιοχή της βλάβης.

Η επιλογή της μεθόδου αντιμετώπισης εξατομικεύεται για τον εκάστοτε ασθενή αφού κάθε μια από τις δύο τεχνικές έχει περιορισμούς, ενδείξεις και αντενδείξεις.

Διάγνωση και Θεραπεία του ανευρύσματος κοιλιακής αορτής

Η αρχική διαγνωστική προσέγγιση του ανευρύσματος κοιλιακής αορτής πραγματοποιείται με το υπερηχογράφημα κοιλίας (Triplex κοιλιακής αορτής). Η ίδια εξέταση χρησιμοποείται και για τον τακτικό έλεγχο ανευρυσμάτων μικρού μεγέθους. Όταν η διάμετρος του ανευρύσματος αυξηθεί, απαιτείται μια λεπτομερέστερη απεικονιστική μέθοδος, προκειμένου να επιλεγεί η κατάλληλη χειρουργική θεραπεία. Πρόκειται για την αξονική αγγειογραφία της κοιλιακής αορτής (3D αξονική τομογραφία).

Ο αγγειοχειρουργός μελετώντας τον ασθενή, την ηλικία, τις συνοδές παθήσεις και τη μορφολογία του ανευρύσματος, εκτιμά την κατάλληλη θεραπεία για την αντιμετώπιση του ανευρύσματος.

Η ανοιχτή χειρουργική επέμβαση εκτελείται υπό γενική αναισθησία και η κοιλιακή αορτή προσεγγίζεται συνήθως με μέση κοιλιακή τομή. Στη συνέχεια παρασκευάζεται το ανεύρυσμα, το οποίο αφαιρείται, ενώ η συνέχεια της κοιλιακής αορτής αποκαθίσταται με χρήση συνθετικού μοσχεύματος.

Η ενδαγγειακή μέθοδος (VIDEO) διενεργείται υπό τον έλεγχο ακτινοσκόπησης (C-ARM). Πραγματοποιείται με την προώθηση ειδικών συρμάτων και καθετήρων (εισάγονται στις μηριαίες αρτηρίες μέσα από δύο μικρές τομές στις βουβωνικές χώρες), με τη βοήθεια των οποίων προωθείται στην κοιλιακή αορτή το μόσχευμα (stent) και «σφραγίζεται” το ανεύρυσμα. Η επέμβαση αυτή μπορεί να εκτελεστεί και υπό τοπική αναισθησία και είναι λιγότερο επιβαρυντική, ειδικά για ασθενείς με σοβαρά συνοδά νοσήματα.